αγροκήπιο

αγροκήπιο
Κήπος που βρίσκεται σε αγροτικό συνοικισμό ή σε αγροτικό κέντρο. Σε όλες τις χώρες, για να επιτευχθεί η βελτίωση της γεωργίας και της ζωοτεχνίας, ιδρύθηκαν πρότυπα α., όπου καλλιεργούνται υποδειγματικά διάφορα φυτά και διατρέφονται διάφορα ζώα. Με τον τρόπο αυτό οι αγρότες παρακολουθούν την πρόοδο της γεωπονίας. Στην Ελλάδα, εκτός από τους γεωργικούς σταθμούς, ιδρύθηκαν αγροκήπια από το υπουργείο Γεωργίας, τους δήμους, τις κοινότητες, από το υπουργείο Παιδείας (μοναστηριακά α.). Σκοπός των α. μπορεί να είναι: η διδασκαλία της δενδροκομίας· η διάδοση και η χρήση των χημικών λιπασμάτων· η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας· η ακριβής τήρηση μετεωρολογικών παρατηρήσεων· η ακερδής προμήθεια στους αγρότες σπόρων, χημικών λιπασμάτων, εργαλείων, μηχανημάτων, φαρμάκων· η μελέτη των γεωργικών και κτηνοτροφικών αναγκών του τόπου· η διάδοση νεότερων γεωπονικών γνώσεων με διαλέξεις· η πρακτική εξάσκηση αγροτών· η διδασκαλία της μελισσοκομίας και της σηροτροφίας· η διάδοση νέων τελειότερων γεωργικών εργαλείων και μηχανών και η υποδειγματική καλλιέργεια σιτηρών, οσπρίων, βιομηχανικών και κτηνοτροφικών φυτών.
* * *
το (Α ἀγροκήπιον)
μικρός αγρός, που καλλιεργείται ως κήπος, το περιβόλι
νεοελλ.
η αγροτική έκταση, που χρησιμοποιείται για την υποδειγματική καλλιέργεια φυτών και την εκτροφή ζώων με επιστημονικές μεθόδους. Σήμερα οι υποδειγματικές αυτές γεωργικές μονάδες ονομάζονται και πρότυπα κτήματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αγροκήπιο — το αγροτικός κήπος που καλλιεργείται υποδειγματικά: Στο αγροκήπιό του καλλιεργούσε υποδειγματικά φιστίκια και εξέτρεφε μεθοδικά κουνέλια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πατάτα — (σολανό το κονδυλόρριζο). Ποώδες φυτό της οικογένειας των σολανιδών (δικοτυλήδονα), που κατάγεται από το Περού, τη Βολιβία και το Μεξικό. Εισήχθη στην Ευρώπη κατά το δεύτερο μισό του 16ου αι. ως σπάνιο φυτό για μελέτη, και μόνο το 1663, εξαιτίας… …   Dictionary of Greek

  • Βάγιας, Θανάσης — (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Έμπιστος του Αλή πασά. Καταγόταν από το Λέκλι της Ηπείρου, που σήμερα ανήκει στην Αλβανία. Κατά μια παράδοση, ο Β. βοήθησε στην προαγωγή του Αλή σε δερβέναγα και μετά σε σατράπη των Ιωαννίνων και εκείνος, για… …   Dictionary of Greek

  • Παλαιολόγος, Γρηγόριος — (18ος – 19ος αι.). Γεωπόνος και συγγραφέας. Με δαπάνες της φιλελληνικής εταιρείας του Παρισιού, σπούδασε πρακτική και θεωρητική γεωργία στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Το 1829 διορίστηκε διευθυντής του πρότυπου αγροκηπίου της Τίρυνθας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”